Πάνω από 900 επικίνδυνα καρκινογόνα σε προϊόντα καθημερινής χρήσης

Aπό προϊόντα προσωπικής υγιεινής μέχρι καθαριστικά και βαφές μαλλιών, οι χημικές ουσίες που απειλούν την υγεία βρίσκονται σχεδόν παντού

Ποια προϊόντα θεωρούνται πιο επικίνδυνα για την εμφάνιση καρκίνου του μαστού; Μια νεότερη μελέτη αποκαλύπτει έναν γρήγορο τρόπο εκτίμησης της επικινδυνότητας μιας χημικής ουσίας ως προς τη μεταβολή των δεικτών της υγείας

Aπό προϊόντα προσωπικής υγιεινής μέχρι καθαριστικά και βαφές μαλλιών, οι χημικές ουσίες που απειλούν την υγεία βρίσκονται σχεδόν παντού. Τα βλαβερά αυτά υποπροϊόντα έχουν κατηγορηθεί για την εκδήλωση καρκίνου αλλά και για γενετικές ανωμαλίες και προβλήματα αναπαραγωγικής υγείας. Υπάρχει, όμως τρόπος να καταλάβουμε πότε κάποιο προϊόν να θα μπορούσε να μας βλάψει ανεπανόρθωτα;

Την απάντηση δίνει μια νεότερη μελέτη, με τους επιστήμονες να επισημαίνουν έναν γρήγορο τρόπο να προβλέψουν αν μια χημική ουσία είναι πιθανό να προκαλέσει καρκίνο του μαστού, με βάση το αν η χημική ουσία φέρει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: «Η νέα μας μελέτη παρέχει έναν οδικό χάρτη για τις ρυθμιστικές αρχές και τους κατασκευαστές ώστε να επισημαίνουν γρήγορα τις χημικές ουσίες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στον καρκίνο του μαστού, προκειμένου να αποτρέψουν τη χρήση τους σε καταναλωτικά προϊόντα και να βρουν ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις» προσθέτει η δρ Jennifer Kay ερευνήτρια στο Silent Spring Institute.

Ο καρκίνος του μαστού παραμένει ο συχνότερα διαγνωσμένος καρκίνος στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τα πρόσφατα στοιχεία να δείχνουν αύξηση των ποσοστών στις νεαρές γυναίκες, μια τάση που δεν μπορεί να εξηγηθεί από τη γενετική: «Χρειαζόμαστε νέα εργαλεία για να εντοπίσουμε τις περιβαλλοντικές εκθέσεις που θα μπορούσαν να συμβάλλουν σε αυτή την τάση, ώστε να μπορέσουμε να αναπτύξουμε στρατηγικές πρόληψης και να μειώσουμε το βάρος της νόσου», λέει η Δρ Kay.

Η ερευνητική ομάδα ανέτρεξε σε πολλαπλές διεθνείς και αμερικανικές κυβερνητικές βάσεις δεδομένων για να εντοπίσουν χημικές ουσίες που έχει διαπιστωθεί ότι προκαλούν όγκους του μαστού σε ζώα. Οι βάσεις δεδομένων προέρχονταν, μεταξύ άλλων, από τη Διεθνή Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), το Εθνικό Πρόγραμμα Τοξικολογίας, την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA) και το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης δεδομένα από το πρόγραμμα ToxCast της EPA για να εντοπίσουν χημικές ουσίες που μεταβάλλουν τις ορμόνες του οργανισμού, ή ενδοκρινικούς διαταράκτες, με τρόπους που θα μπορούσαν να προάγουν τον καρκίνο του μαστού. Η ομάδα έψαξε συγκεκριμένα για χημικές ουσίες που ενεργοποιούν τον υποδοχέα οιστρογόνων – έναν υποδοχέα που υπάρχει στα κύτταρα του μαστού – καθώς και για χημικές ουσίες που προκαλούν στα κύτταρα να παράγουν περισσότερα οιστρογόνα ή προγεστερόνη, έναν αποδεδειγμένο παράγοντα κινδύνου για καρκίνο του μαστού.

Συνολικά, εντοπίστηκαν 921 «ένοχες» χημικές ουσίες, με το 90% να περιέχεται σε καταναλωτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά, φυτοφάρμακα, φάρμακα, αλλά και σε χώρους εργασίας. Ειδικότερα, η ανάλυση αποκάλυψε 278 χημικές ουσίες που προκαλούν όγκους του μαστού στα ζώα. Περισσότερες από τις μισές χημικές ουσίες προκαλούν στα κύτταρα την παραγωγή περισσότερων οιστρογόνων ή προγεστερόνης και περίπου το ένα τρίτο ενεργοποιεί τον υποδοχέα των οιστρογόνων.

Δεδομένου ότι η βλάβη στο DNA μπορεί επίσης να προκαλέσει καρκίνο, οι ερευνητές ανέτρεξαν σε πρόσθετες βάσεις δεδομένων και διαπίστωσαν ότι 420 από τις χημικές ουσίες του καταλόγου τους βλάπτουν και το DNA και μεταβάλλουν τις ορμόνες, γεγονός που θα μπορούσε να τις καταστήσει πιο επικίνδυνες. Επιπλέον, η ανάλυση της ομάδας διαπίστωσε ότι οι χημικές ουσίες που προκαλούν όγκους του μαστού στα ζώα είναι πιο πιθανό να έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά που βλάπτουν το DNA και διαταράσσουν τις ορμόνες από ό,τι εκείνες που δεν το κάνουν.

«Ιστορικά, οι χημικές ουσίες που προκαλούν όγκους του μαστού στα ζώα θεωρούνταν ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης για τον καρκίνο του μαστού στον άνθρωπο. Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι ο έλεγχος των χημικών ουσιών για αυτά τα ορμονικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να είναι μια αποτελεσματική στρατηγική για την επισήμανση πιθανών καρκινογόνων ουσιών του μαστού», συμπληρώνει η συν-συγγραφέας Ruthann Rudel, διευθύντρια έρευνας της Silent Spring.